Συνέντευξη στα ΝΕΑ 28/5/2011 (Θανάσης Νιάρχος)

Η ζωή δεν παύει να µας καταπλήσσει. Οσο κι ανεκτιµάς έναν άνθρωποκαι να συζητάς µαζί του, σπάνια αποχωρίζεσαι την εικόνα που έχει γι’ αυτόν ο πολύς κόσµος. Εννοούµετην κυρία Καίτη Ντάλη που ήταν αδύνατον να πιστέψουµε µια τέτοια καθαρότητα και ένα τέτοιο βάθος άµεσης πολιτικά σκέψης. Βέβαια,η συνεργασίατης µε τόσους µεγάλους του ελληνικού τραγουδιού ή τα πιο πρόσφατα ακόµη «Τα τραγούδια της κυρίας Καίτης» του Σταύρου Ξαρχάκου, «Τοζεϊµπέκικο τηςΝτάλη» του ΣταµάτηΚραουνάκη, αλλά και το ιστορικό ήδη κείµενοτου Γιώργου Χρονά «Καίτη Ντάλη, η Πυθία του τραγουδιού µε δέρµα ρυζιού» παρέπεµπαν σε µια προσωπικότητα που η εσωτερική της ακτινοβολία ανατρέπει τη δηµόσια εικόνα. Χρειάζεται όµως κανείς κότσια για να το διαπιστώσει όπως και για να το παραδεχτεί. Κι αν το ίδιο ισχύει ώς έναν βαθµό για τον Γρηγόρη Ψαριανό, είναι γιατί η ατηµελησία της εµφάνισης, ένα φοιτητικό, ας το χαρακτηρίσουµε, «χύµα» δυσκολεύουν ακόµη και τον απροκατάληπτο να καταλάβει το κοφτερό και το στιβαρό µιας σκέψης που µπορεί να ξεκλειδώσει πολλά προβλήµατα. Οπως και νατο κάνουµε, ζούµε σε µια κοινωνία που αναδίδει βαριές αναθυµιάσεις απόπροκαταλήψεις και ρατσισµούς. Ακόµη και οι πιο χειραφετηµένοι, συµβαίνει συχνά να την πατάµε. Συζητάµε σήµερα, 24 Μαΐου, µια δύσκολη και σκληρή µέρα για τους Ελληνες. Τι έχει να φοβάται κανείς για τον εαυτό του, για τη χώρα του αλλά και για τον κόσµο ολόκληρο;

Γρηγόρης Ψαριανός: Η 29η Μαΐου είναι χειρότερη µέρα, η αποφράς…

Καίτη Ντάλη: Προσωπικά περιµένω να πεθάνω, γιατί όπως έχουν έρθει πια τα πράγµατα, δεν έχουµε να περιµένουµε τίποτε άλλο παρά µονάχα τον θάνατο. Ή έναν πόλεµο µε δόσεις που είναι και αυτός ένας άλλος θάνατος. Κανείς µας δεν µπορούσε να φανταστεί αυτό που έγινε ή µάλλον έγιναν όλα στο άρπα κόλλα. Σαν να είµαστε σε φαστ φουντ. ∆εν πήραµε είδηση τίποτα. Κοιµηθήκαµε το βράδυ χαρούµενοι και ξυπνήσαµε το πρωί λυπηµένοι.

Γ.Ψ.: Για να πωτην αλήθεια, εγώ το περίµενα ότι θα συµβεί.

Το φοβόµουνα από πολλά χρόνια πριν, όχι τα πέντε και δέκα τελευταία χρόνια. Εβλεπα τη µετάλλαξη των ανθρώπων στην Ελλάδα. Μεγαλώσαµε δυο – τρεις γενιές, τους νεώτερους από µας, στο σχολείο της ευκολίας, τηςαρπαχτής, της λαµογιάς, που ο καθένας κοιτάει τον κώλο του και πώς θα βολευτεί ο ίδιος ή θα βολέψει τα παιδιά του. Πώς θα διοριστεί ο ίδιος ή οι δικοί του, αυτά τα πράγµατα πληρώνονται.

∆εν µπορεί ένα κράτος, ένα µαγαζί δηλαδή, να µην παράγει τίποτε και να µην πουλάει τίποτε παρά µόνο τρέλα. Αντί για αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, βιοµηχανία, τουρισµό, πουλάµε «θα» και υποσχέσεις. ∆εν απορροφήσαµε τα χρήµατα της Ευρωπαϊκής Ενωσης προκειµένου να γίνουν παραγωγικές δραστηριότητες, πήγανε όλα σε µαύρες τρύπες και σε τρύπιες τσέπες. ∆εν µπορεί ένα κράτος, ένα µαγαζί να µην ξέρει πόσοι είναι οι υπάλληλοί του. Εχουµε τρένα λιγότερα από αυτά που είχε σχεδιάσει ο Τρικούπης. Πριµοδοτούµε το αυτοκίνητο, τα καύσιµα, το πετρέλαιο. Γίναµε µεταπράτες, µεσάζοντες και νταβατζήδες. Ολοι οι υπουργοί που έχουν θητεύσει στα υπουργεία Εθνικής Αµυνας, ΠΕΧΩ∆Ε, Εθνικής Οικονοµίας, Συντονισµού χρειάζεται να αποδείξουν την αθωότητά τους. ∆εν πρέπει κάποιος να αποδείξει το ότι είναι ένοχοι, οι ίδιοι αντίθετα πρέπει να αποδείξουν την αθωότητά τους.

Ποιες υπήρξαν οι δικές σας σχέσεις µε την πολιτική, κυρία Ντάλη;

Κ.Ν.: Η σχέση µου υπήρχε µόνο όταν ψήφιζα. Και ψήφιζα γιατί ήταν κάτι που µου άρεσε να το κάνω. Πίστευα πως όταν ο καθένας µας ψηφίζει εκείνον που θεωρεί ως τον καλύτερο, κάτι καλό θα γίνει για τον τόπο µας. Αγαπάς δηλαδή ένα κόµµα και πηγαίνεις και το ψηφίζεις. ∆εν ήξερα ότι ψηφίζεις ένα κόµµα γιατί λογαριάζεσαι πελάτης του και περιµένεις να σου προσφέρει κάτι, αφού και εσύ του έχεις προσφέρει την ψήφο σου. Ο τόπος καταστράφηκε γιατί ο καθένας που ψήφιζε το έκανε γιατί περίµενε κάτι να του δώσουν.

Μικρό ή µεγάλο δεν έχει σηµασία. ∆εν εξετάζουµε αν ήταν για να πάρει δηµόσια έργα, να του µεταθέσουν τη γυναίκα ή να του διορίσουν το παιδί. Οταν ψηφίζεις γιατί κάτι περιµένεις, ψηφίζεις συνήθως τον χειρότερο. ∆εν είχα ποτέ πάρε δώσε µε ανθρώπους της πολιτικής, παρά µόνο όταν έρχονταν στα µαγαζιά που τραγουδούσα για να µε ακούσουνε.

Γ.Ψ.: Αυτό είναι το σωστό. Να είναι οι πολιτικοί πελάτες σου και να µην είσαι εσύ η δική τους πελάτις. Κ.Ν.: Το θέµα είναι πως το να είσαι σήµερα πολιτικός είναι το καλύτερο πράγµα. Τα παιδιά δεν χρειάζεται σήµερα να σπουδάζουν γιατροί, δικηγόροι και διάφορα άλλα, γιατί βλέπουµε πού καταλήγουν. Γίνονται πιτσαδόροι και κάνουν ντελίβερι. Μιλάµε για πτυχιούχους και όχι για φοιτητές. Το καλύτερο επάγγελµα λοιπόν είναι να είσαι πολιτικός. Κλέβεις, τρως εσύ ο ίδιος και οι συγγενείς σου, το χωριό σου.

Γ.Ψ.: Για όσους βέβαια θεωρούν την πολιτική ως επάγγελµα. Και είναι πάρα πολλοί οι επαγγελµατίες πολιτικοί στην ελληνική Βουλή, περισσότεροι από τους µισούς.

Και µάλιστα είναι από οικογένειες, από τζάκια. Ο παππούς, ο θείος, ο πεθερός, η συµπεθέρα ήτανε πολιτικοί, είχαν έδρες. Αφήνανε δηλαδή την έδρα τους, µετά συγχωρήσεως, όπως αφήνει ο κουρέας το κουρείο στον γιο του. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να βγει ένας άσχετος στην ελληνική Βουλή, αν δεν έχει χρήµα µαύρο ή άσπρο να σπαταλήσει, αν δεν έχει χρηµατοδότες και χορηγούς και αν δεν είναι από τζάκι. Τα 160 ονόµατα από τα 300 της Βουλής είναι κατά παράδοση τα ίδια από το ’60, πριν δηλαδή από τη χούντα. Μόνο οι πρωθυπουργοί είναι δύο, Παπανδρέου και Καραµανλής.

Κυρία Ντάλη, έχετε µείνει πολλά χρόνια στην Αµερική. Την Ελλάδα την αγαπούσατε περισσότερο ενώ ήσασταν µακριά της ή κοντά της;

Κ.Ν.: Οταν ήµουν µακριά της εννοείται. Εκλαιγα γιατί ήθελα να γυρίσω πίσω καιόταν γύρισα, έκλαιγα γιατί είχα φύγει από την Αµερική. Φαίνεται πως οκαηµός της Ελλάδας φουντώνει µόνο όταν ζεις µακριά της. Οταν δεν τη ζεις, µπορείς να τη φαντάζεσαι όπως θα ήθελες να είναι. Είναι όπως ο µεγάλος έρωτας. Περνάς καλύτερα όταν είναι µακριά σου, παρά όταν τον έχεις δίπλα σου.

Αλλά οι Ελληνες και εκεί και εδώ βλάχοι οι περισσότεροι. ∆εν µπορείς να καταλάβεις τη συµπεριφορά τους.

Γ.Ψ.: Τοσύνηθεςόντως φρούτο είναιο βλαχοµπαρόκ Νεοέλληνας, ένα γελοίο άτοµο.

Υπάρχει όµως ένας στους χίλιους, ένας στους πεντακόσιους, ένας στους εκατό, αν είµαστε αισιόδοξοι, που είναι ένας έλληνας ευπατρίδης. ∆εν ενδιαφέρει αν είναι δεξιός ή αριστερός ή αν δεν είναι τίποτα. Το συνηθισµένο όµως είναι αυτή η φτήνια που απλώνεται παντού γύρω µας, µια ευκολία, µια ανθρωποφαγία.

Κ.Ν.: Και µια ρουφιανιά. Στον χώρο το δικό µας δεν µπορείς να έχεις εµπιστοσύνη πουθενά και σε κανέναν. Μιλάµε για ζούγκλα. Μήπως είναι ζούγκλα γιατί έχει σχέση µε τη νύχτα;

Κ.Ν.: Και την ηµέρα το ίδιο είναι. Μόνο που δεν τη βλέπεις τόσο καλά όσο τη βλέπεις τη νύχτα.

Γ.Ψ.: Γνωρίζω ανθρώπους που δουλεύουν τη νύχτα, κύριοι πραγµατικοί. Νυχτοφύλακες, µουσικοί, τραγουδιστές, µπάρµαν, αγόρια και κορίτσια. Ενώ άτοµα πολύ ευπρόσωπα που δουλεύουν την ηµέρα είναι πραγµατικά ρεµάλια. Ποιοι άνθρωποι σας έχουν σηµαδέψει, κυρία Ντάλη, στη ζωή σας;

Κ.Ν.: Η ζωή µου ολόκληρη ήταν η ∆εν ήξερα ότι ψηφίζεις ένα κόµµα γιατί λογαριάζεσαι πελάτης του και περιµένεις να σου προσφέρει κάτι, αφού και εσύ του έχεις προσφέρει την ψήφο σου. Ο τόπος καταστράφηκε γιατί ο καθένας που ψήφιζε το έκανε γιατί περίµενε κάτι να του δώσουν

Καίτη Ντάλη

µητέρα µου. Ηταν τα πάντα η µητέρα µου. Κατ’ αρχάς ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος. Της µοιάζω. Ηταν από τη Σπάρτη. Αλλά είχε έρθειδέκα χρονώνστην Αθήνα. Τους γονείς της µητέρας µου δεν τους γνώρισα ποτέ, γιατί η µητέρα µου ορφάνεψε από πέντε ετών. Νοµίζω ότι οι προσευχές της µητέρας µου µε κρατάνε ακόµα. Τη βλέπω στον ύπνο µου και µου το λέει. Μου λέει ότι «σε προστατεύω και να µη στενοχωριέσαι» και τέτοια πράγµατα. Το όνοµά της Παναγιώτα. Πάρα πολλά χρόνια πηγαίνω στην Παναγία της Τήνου κάθε χρόνο και νοµίζω ότι, όταν βλέπω την Παναγία, είναι σαν να βλέπω τη µητέρα µου. Τόσο πολύ. Εχει ένα χάδι στα µάτια. Οµως µη µιλάµε άλλο για τα δικά µου.

Για την Ελλάδα πιστεύω ότι θα κατεδαφιστεί τελείως και ο κόσµος θα ξαναγυρίσει στη µετανάστευση. Θα φύγουν όλοι. Γιατί να µη φύγουν τα παιδιά και να µην πάνε οπουδήποτε αλλού; Η Αµερική αίφνης σου προσφέρει εργασία, σου προσφέρει σιγουριά, όσο και να µην µπορεί να ορθοποδήσει, όπως λένε, εδώ και πολλά χρόνια, ξέρω φίλους µου που περνάνε µια χαρά. Για την Ελλάδα φοβάµαι τα γεγονότα που πρόκειται να συµβούν. Ως τώρα φοβόµαστε τους έγχρωµους, τώρα θα φοβόµαστε και τους άσπρους. Δεν θα µπορούµε να βγούµε από τα σπίτια µας, τελείωσε.

Γ.Ψ.: Εγώ δενπιστεύωότι η Ελλάδα θα κατεδαφιστεί.

Κ.Ν.: Γιατί δεν το πιστεύεις; Γ.Ψ.: Οι ανθρώπινες σχέσεις θα κατεδαφιστούνε.

Κ.Ν.: Αν αφαιρέσεις τις ανθρώπινες σχέσεις µέσα στο περιβάλλον που ζούµε, τι µένει από την Ελλάδα; Ξέρεις πόσοι είναι οι µετανάστες στη χώρα µας; Δέκα εκατοµµύρια.

Γ.Ψ.: Δεν είναι δέκα, είναι δύο µε δυόµισι. Είκοσι εκατοµµύρια στην Ελλάδα, όπως και να το κάνουµε, θα φαινόµαστε. Στην Αττική για παράδειγµα θα ήταν δέκα εκατοµµύρια. Δεν είµαστε όµως δέκα, είµαστε πέντε ή έξι. Βέβαια και τα δυόµισι εκατοµµύρια είναι περισσότεροι σε σχέσηµε όσους χωράµε. Πάντως και εδώ υπάρχει λύση. Αν είχαµε αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, θα µπορούσαµε πάρα πολλούς µετανάστες που σέρνονται µέσα στην πρέζα και την πουτανιά να τους απορροφήσουµε και να πάψουν να είναι αντικείµενα εκµετάλλευσης, από έλληνες µαφιόζους, στον Αγιο Παντελεήµονα ή οπουδήποτε αλλού. Οι µετανάστες είναι τα ενεργούµενα, είναι το χέρι του απελπισµένου, του πεινασµένου, του οργισµένου, του χωρίς στον ήλιο µοίρα, του χωρίς χαρτιά, του ανύπαρκτου. Τους εκµεταλλεύονται κάποιοι δικοί µας µια χαρά. Εχει ξανασυµβεί το ίδιο στο Χάρλεµ στην Αµερική, στο Σόχο στο Λονδίνο. Οταν οι µεγάλες εταιρείες αγοράσουνε τα τετράγωνα στο Κέντρο της Αθήνας µπιρ παρά, θα περάσει µια σκούπα και θα τους καθαρίσει τους µετανάστες.

Κ.Ν.: Πού; Στον Αγιο Παντελεήµονα;

Γ.Ψ.: Παντού. Σωκράτους, Μενάνδρου, Ευριπίδου, Σοφοκλέους. Θα γίνει ό,τι ακριβώς έγινε στο Χάρλεµ καιστο Σόχο.

Κ.Ν.: Το Χάρλεµ ήταν πολύ πιο σκληρό. Πριν από είκοσι χρόνια αν δεν σταµάταγες στο κόκκινο δεν σε έγραφε η Τροχαία γιατί ήσουν υποχρεωµένος να φύγεις. Διαφορετικά θα σου σπάγανε το αυτοκίνητο, θα σε σκίζανε.

Γ.Ψ.: Αυτάταζούµε τώρα εδώ µε µεγάλη καθυστέρηση.

Οµως έχουµε ακατοίκητα νησιά και εγκαταλελειµµένα χωριά.

Σκεφτείτε πόσοι µετανάστες θα µπορούσαν να βόσκουν δυο γίδια, να έχουν δυο κουνέλια, δυο κότες, να φτιάξουν ένα περιβολάκι, ένα χωραφάκι. Οχι προς Θεού ως εξόριστοι, αλλά ως παραγωγική δραστηριότητα. Βέβαια, για να γίνουν όλα αυτά, χρειάζεται να έχεις κυβέρνηση, όχι µαριονέτες. Αλλά και οικονοµική κρίση δεν θα είχαµε, αν είχαµε κυβερνήσεις και όχι µαριονέτες.

Κ.Ν.: Δεν πιστεύω ότι θα γίνουν όλα αυτά γιατί ώσπου να αποφασίσει η κυβέρνηση ποιος θα είναι και ποιος δεν θα είναι, σε ποιον θα δώσουνε και σε ποιον δεν θα δώσουνε τα κουνέλια ή το χωραφάκι, θα περάσουνε άλλα δέκα χρόνια. Και οι ίδιοι οι µετανάστες, αν υπολογίσουµε ότι από τον Εβρο µόνο µπαίνουνε περίπου 10.000

τον µήνα, έχουµε 120.000 µετανάστες τον χρόνο. Σε δέκα χρόνια µας κάνει 1.200.000 µετανάστες. Κανένα σχέδιο δεν φτούρησε στην Ελλάδα όταν ήταν να ανακουφιστούν δυστυχισµένοι. Πείτε µου δηλαδή ποιο κράτος θα θέλατε εσείς να έχουµε;

Γ.Ψ. Αν η κυβέρνηση δεν µπορεί και όπως λέγεται χρειάζεται να παραχωρήσουµε εθνική περιουσία, τότε να παραχωρήσουµε και εθνική κυβέρνηση. Να έρθουν οι Σκανδιναβοί και να αναλάβουν την κυβέρνηση για ένα εξάµηνο µε υποσχετική. Να τους δοκιµάσουµε. Εστω τεχνοκράτες, που να µην είναι ούτε αριστεροί ούτε δεξιοί. Λογιστές που να ξέρουν ότι 3×5=15 και όχι 3×5=18. Εχουµε µπει σε µια κατάσταση ανθρωποφαγική. Τρώγονται οι δάσκαλοι µε τους ερευνητές, οι αστυνοµικοί µε τους ταξιτζήδες, οι θεραπεύτριες µε τους γιατρούς, ποιος παίρνει τα πιο πολλά και ποιος είναι οπιο ευνοηµένος.

Κ.Ν.: Ανέκαθεν γινόταν, γι’ αυτό καταντήσαµε όπως καταντήσαµε. Είχα πει παλιά πως αν δεν γίνει πόλεµος, θα γίνει εµφύλιος.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.