Όλα για τους μπαταχτσήδες; …

χωρίς εξαρτύσεις
Εφημερίδα ΕΠΕΝΔΥΣΗ, φύλλο 05
Σάββατο 29 – Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

”ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΑΤΑΧΤΣΗΔΕΣ;…”
Δεν πρόκειται, βέβαια, για κάτι καινούργιο. Είμαστε συνηθισμένοι να το βλέπουμε από τότε που υπάρχει το ελληνικό κράτος, είμαστε εθισμένοι στο φαινόμενο, έχουμε εξοικειωθεί μ’ αυτό πια – για να μην πω πως αν αλλάξει το συστηματάκι αυτό θα πάθουμε κοινωνικο-πολιτιστικό σοκ.
Όλα εδώ στο Ελλαδιστάν γίνονται για τους ασυνεπείς, για τους μπαταχτσήδες, για τους τρακαδόρους, για τα Παράσιτα.
Αυτούς ξέρουμε, αυτούς υπολογίζουμε, σ’ αυτούς έχουμε να δίνουμε.
Αυτούς γλείφουμε, αυτούς κανακεύουμε, αυτούς διευκολύνουμε…
Τους ”απαλλάσσουμε”, τους ”τακτοποιούμε”, τους δίνουμε γη και ύδωρ
– και αέρα…
”Εκλεκτούς πολίτες” – πελάτες, ”φορολογούμενους”.
Επαγγελματίες και ”επαγγελματίες”, ανεπάγγελτους, αεριτζήδες, μαυραγορίτες, κλπ κλπ κλπ.
Όλα τα μέτρα και όλες οι διευκολύνσεις γίνονται πάντα, εδώ και χρόνια, για όσους χρωστάνε είτε γιατί δεν ευκολύνονται ή δεν μπορούνε τώρα – σ’ αυτή –τη- φάση ή δε γουστάρουν να πληρώσουν…
Μερικοί, γιατί ξέρουν ότι κάποια στιγμή θα γίνει ”κάποια τακτοποίηση”, δεν μας ενδιαφέρει το γιατί… Απλώς αυτό συμβαίνει. Χρόνια τώρα.
Και όσο πιο ασυνεπείς και πιο πολλά τα χρωστούμενα τόσο πιο ευνοημένοι από τις ρυθμίσεις.
Ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων, δόσεις, κούρεμα, επιμήκυνση, τακτοποιήσεις,
π ε ρ α ι ώ σ ε ι ς !…
Στον αντίποδα – παράδειγμα προς αποφυγήν .-, οι συνεπείς που κάνουν ο,τι μπορούν, που κόβουν από αλλού, και προ κρίσης και τώρα, που πληρώνουν στην ώρα τους φόρους, εισφορές, φπα, χαράτσια, προσαυξήσεις.
Στις εφορίες, στα ασφαλιστικά ταμεία, στις τράπεζες, παντού. Πληρώνουν. Μια ζωή.
Τα κέρατα τους πληρώνουν….
Όλους αυτούς τους έχουμε σίγουρους, σε τίποτα δεν τους διευκολύνουμε, με κανένα τρόπο δεν τους ”πριμοδοτούμε”, δεν τους ”ανταμοίβουμε”, κάπως, για τη συνέπειά τους, για το αίσθημα ευθύνης, για την πλάτη που βάζουν…
Τούς έχουμε γραμμένους ! Να μην πω Πού….
Στην πραγματικότητα, κράτος, υπηρεσίες, συμπολίτες και όλο το σύστημα, – ό λ ο ι μ α ς – τούς θεωρούμε Μεγάλους Μ@λ@κες.
Και, βέβαια, τους ”καλούμε” – αν δεν το αντιλαμβάνονται κι από μόνοι τους – να συνέλθουν. Να συμμορφωθούν…
Να κάνουν ο,τι κι οι άλλοι. Τούς υποδεικνύουμε το ”σωστό δρόμο”, το δρόμο αυτού που π ο τ έ δεν έχασε… Το δρόμο του τρακαδόρου, του λουφαδόρου, του γλίτσα, του μπαταχτσή.
Του ΔΕ-ΜΠΛΕΡΩΝΩ-ΡΕ…
Με έμμεσο, ή μάλλον με αμεσότατο, τρόπο, Τους Το Φωνάζουμε Στα Μούτρα Τους :
ΕΙΣΑΣΤΕ ΠΟΛΥ ΚΟΡΟΪΔΑ, λοιπόν… Πολύ Μαλάκες, μετά συγχωρήσεως, πατριώτες…
Υπερβολικό; Δε νομίζω.

”ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΣ. ΤΟ ΈΓΚΛΗΜΑ ΤΟΥ ’64.”
Ήταν 29 Νοεμβρίου 1964 όταν χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλη τη χώρα συγκεντρώθηκαν στον Γοργοπόταμο για να τιμήσουν την επέτειο από την ανατίναξη της γέφυρας, που αποτέλεσε μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ήταν τότε, 25 Νοέμβρη του ’42, η πρώτη φορά – και η τελευταία, μετά ήρθε ο Εμφύλιος! –
που συνεργάστηκαν σε αντιστασιακή δράση ο ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ, με τη σύμπραξη άγγλων σαμποτέρ.
Ήταν τώρα, 22 χρόνια μετά, η πρώτη φορά – και η τελευταία, μετά ήρθε η Χούντα! –
που γιορταζόταν η Εθνική Αντίσταση από το επίσημο ελληνικό κράτος.
Στην κυβέρνηση βρισκόταν η Ένωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το πολιτικό κλίμα ήταν βαρύ από την παραίτηση του αναπληρωτή Υπουργού Συντονισμού Ανδρέα Παπανδρέου, λίγες μέρες νωρίτερα.
Η τελετή στον Γοργοπόταμο κυλούσε ομαλά, μέχρι του σημείου που πολλοί από τους παρευρισκόμενους άρχισαν να διαμαρτύρονται, επειδή δεν επετράπη στις αντιστασιακές οργανώσεις να καταθέσουν στεφάνια. Στη συνέχεια, το πλήθος, που προερχόταν κυρίως από την Αριστερά, αποδοκίμασε την κυβερνητική αντιπροσωπεία.
Ακολούθησε πανδαιμόνιο, διακοπή της τελετής και αποχώρηση των επισήμων.
Ήταν 1:22 μετά το μεσημέρι, όταν μια ισχυρότατη έκρηξη στο χώρο του συγκεντρωμένου πλήθους, σκόρπισε το θάνατο και τον πανικό. Κάποιος είχε πατήσει μια νάρκη, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 13 άνθρωποι, άντρες, γυναίκες κι ένα παιδί.
Νεκροί ήταν οι Γεώρ. Γιαννακούλης, Νικ. Δασόπουλος, Κων. Κανιούρας, Χρ. Κεσκίνης, Κων. Λεμπέσης, Κική Λιακοπούλου, Κων. Μπότη, Δημ. Μυλωνάς, Ηρ. Παπαζαχαρίου, Απ. Πολύμερος, Ασημούλα Ραχιώτη, Κων. Τσαρουχάς, Δ. Τσιντικίδης.
Πάνω από 45 ήταν οι τραυματίες.
Δημιουργήθηκε σύγχυση και κάποιοι από το πλήθος νόμισαν ότι έπεφταν πυροβολισμοί. Στράφηκαν με άγριες διαθέσεις κατά των ανδρών της Χωροφυλακής, ευτυχώς όμως αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Το τραγικό γεγονός ήταν μια – ακόμα..- επιχείρηση αποσταθεροποίησης, οργανωμένη από την ακροδεξιά, από παρακρατικούς ή από μυστικές υπηρεσίες. Ενάμισι χρόνο πριν, άλλωστε, είχε δολοφονηθεί ο Γρηγόρης Λαμπράκης.
Επικράτησε πάλι μεγάλη πολιτική ένταση.
Το ”επίσημο πόρισμα από τις έρευνες” υιοθέτησε την εκδοχή του ατυχήματος από παλιά νάρκη του πολέμου που δεν είχε περισυλλεγεί (!) κατά τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις στα 20 χρόνια που είχαν περάσει. Χιλιάδες άνθρωποι, χωρικοί, αγρότες, βοσκοί είχαν περάσει από κει και χιλιάδες ζώα, μικρά και μεγάλα, χωρίς ποτέ να συμβεί κάτι…
Η νάρκη, όπως μαθεύτηκε μετά, ήταν σύγχρονη, αμερικανικής κατασκευής…
Η εμπλοκή της CIA συζητήθηκε πολύ, κάποια χρόνια μετά την Χούντα.
Ως σήμερα τίποτα δεν έχει αποκαλυφθεί για αυτή την μαζική δολοφονία 13 ανθρώπων.
Κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτό….
Ήταν ένα ακόμα επεισόδιο ύστερης εμφυλιοπολεμικής ψύχωσης, απ’ την οποία ακόμα σήμερα Δεν Έχουμε Απαλλαγεί.
Σήμερα, 29 Νοεμβρίου 2014, Μισόν Αιώνα μετά το έγκλημα του Γοργοπόταμου και 70 χρόνια μετά τη φρίκη του Εμφυλίου.

Bonus Track – ο σαλονικιός: ”ΚΟΥΚΟΣ ΜΟΝΟΣ ΣΕ ΔΙΠΛΑ ΤΑΜΠΛΑ…”
(τον κλέβουν… και γουστάρει ο Σαλονικιός)
Άμα δε σε θέλει το φύλλο…
Χαμένοι που μας αλλάζουν τα πετρέλαια, χαμένοι και που δε μας τ’ αλλάζουν!
Όταν το πετρέλαιο πήγε στα 120 το βαρέλι, η βενζίνα σκαρφάλωσε την επόμενη κιόλας μέρα, λες και περιμένανε τα πετρελαιοφόρα, έξω από το διυλιστήριο, να πουλήσουνε σε μας, τα ντουρντουβάκια, πετρέλαιο από το ακριβό.
Κι αφού μας παγώσανε έναν χειμώνα, ολόκληρο, κι αφού μας βγάλανε τα ξύγκια, με την τιμή να φτάνει κοντά στο δίευρο το λίτρο, έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και το βαρέλι έπεσε, κάτω από τα 80 δολάρια, πια.
Κι η μπετζίνα εκεί, και τα πετρέλαια ακλόνητα. Aκούνητα, αμίλητα, αγέλαστα…
Εκείνη την εποχή που κοντεύαμε να τρελαθούμε κι όλοι πανηγύριζαν, οι μπετζινάδες ορκίζονταν, άλλος στα παιδιά του, άλλος στα εγγόνια του, άλλος στις λιμουζίνες του, σ’ ό,τι είχε ο καθένας τελικά, ότι δεν φταίνε αυτοί, αλλά, οι εταιρίες που τους σέρνουνε κι αυτούς, από το μανίκι και η μοίρα τους είναι δεμένη και πάει λέγοντας – κι άλλα τέτοια δακρύβρεχτα μας λέγανε, κλαίγοντας.
Και τώρα που φτάνει τα 75 το βαρέλι, Τι Νέα, ωρέ παλουκάρια;;;
Και κοίτα να δεις, γαμώ την ατυχία μας, εεεε;;;
Τώρα έτυχε και δεν βρέθηκε, ούτε μισό πετρελαιοφόρο, στη ράδα σταματημένο, εκεί στα διυλιστήρια, για να μας πουλήσει, κάνα γαλόνι πετρέλαιο, με την φτηνή την τιμή, την καινούρια.
Και θα περιμένουμε και θα ματαπεριμένουμε και θα κινδυνεύουμε να ξαναπαγώσουμε τον χειμώνα, γιατί φταίνε αυτές οι άτιμες οι εταιρίες και τα διυλιστήρια, άσε που θα κυνηγάμε να τσακίσουμε και το λαθρεμπόριο, μην μας ξεφύγει!
Και οι άλλοι θα καμώνονται ότι νικάν την κρίση.
Περνά, περνά η κρίση μας με τα κρισαρόπουλα και με τα κλεφτόπουλα.
Δεν σώζετε η παρτίδα, ρε φίλε. Άμα δε σε θέλει το φύλλο…
Κι όπως μας έχουν βάλει στη μέση, έτσι χωρίς ατού, οι χαρτοκλέφτες του Αλημπαμπά με τις σημαδεμένες τις τράπουλες, θα μας πάρουν και τα σώβρακα… –
ΜΙΤ – (…παναπει Μιχ. Τριανταφυλλιδης)

κι ενα παραμυθι: ”Το Παραμυθάκι” – ένθετο tango
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παραμυθάκι που έπαιζε πάντα μόνο του. Στο παραμυθόδρομο, στο παραμυθοσχολειό, στις παραμυθαλάνες, στην παραμυθογειτονιά, κανένα άλλο παραμύθι δεν το ‘κανε εύκολα παρέα γιατί δεν έμοιαζε με τ’ άλλα, ήτανε παράξενο, ευαίσθητο, εξυπνούλικο – παραπάνω απ’ το κανονικό – και συνήθως πολύ θλιμμένο. Αν και συνήθως γέλαγε, η θλίψη του φαινόταν.
Η μαμά του τού έλεγε συνέχεια να προσπαθήσει να γίνει σαν τα άλλα παραμυθάκια, να βάζει στο παιχνίδι του δράκους, τέρατα, μαγικά κόλπα, να έχει λύκους και γουρουνάκια, σπιτάκια από γλυκά, κέικ, σοκολάτες και σιρόπια και να φτιάχνει πρίγκιπες από βατραχάκια. Το Παραμυθάκι έσκαγε στα γέλια. Η μάνα του η κυρα-Παραμυθούλα ήταν σκασμένη κι ο πατέρας του, ο καπεταν-Μύθος, δεν είχε καταλάβει τίποτα για το πρόβλημα του παιδιού γιατί έλειπε για μήνες κάθε χρόνο, μεσ’ στα καράβια θερμαστής.
– Έλα, ρε μαμά, της έλεγε το Παραμυθάκι. Άσε τις σαχλαμάρες. Δεν καταλαβαίνεις ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα; Έχουν παλιώσει αυτά όλα, τα ‘χει βαρεθεί ο κόσμος, κι όσοι τα λέν’ το βλέπουνε ότι γελάνε όλοι, εκεί που θα ‘πρεπε να τρομάζουν και φεύγουν μουρμουρίζοντας, εκεί που θα ‘πρεπε να μένουν μ’ ανοιχτό το στόμα.
Μια μέρα, ρε μαμά, εκεί που έλεγα για ένα κοριτσάκι που πήγαινε στη γιαγιά του μέσα απ’ το δάσος όταν ξαφνικά άκουσε κάτι γρυλίσματα και ήμουνα έτοιμος αντί για λύκο να ξεπετάξω κάτι πολύ προχωρημένο να της ορμήξει – γιατί βαριέμαι τα ίδια και τα ίδια…- αρχίσανε οι άλλοι από κάτω να με κράζουνε. Κάποια κωλόπαιδα, με το συμπάθιο, μάλιστα μανούλα, μου πετάγανε αυγά και ντομάτες απ’ το καλαθάκι της κοσκινοσκουφίτσας, πως τηνε λένε αυτή τη χαζή, που νομίζει, τόσες γενιές τώρα, ότι μπορεί να περνάει νυχτιάτικα από το ίδιο δάσος με τους ίδιους λύκους για να πάει στην ίδια γιαγιά, διάφορες βλακείες… Αυγά – λες και δεν έχει η γριούλα ένα σωρό κότες, ντομάτες – που ντοματιές και μποστάνια να δουν τα μάτια σου , πατάτες – ”για φαί , για τηγάνι πατάτες, πάρτε για να τηγανίσετε πατάτες!..” αφού περνάει κάθε μέρα ο μανάβης με το ντάτσουν, ουρλιάζοντας. Και κάτι παξιμάδια που δεν μπορεί με τη μασέλα η γιαγιάκα να τα φάει…
Κωμωδία σου λέω, ρε μάνα! Γελάει ο κόσμος…
Η μάνα του η κυρα-Παραμυθούλα ήταν κατατρομαγμένη κι ο πατέρας του μακριά νυχτωμένος. Το Παραμυθάκι είχε αποφασίσει να συνεχίσει το μοναχικό του δρόμο. Ακόμα κι αν κάποιες φορές τα άλλα Παραμύθια στο σχολείο, το φώναζαν στις Παραμυθογιορτές ή στις Μυθικές Επιδείξεις και του δίνανε κάποιο ρολάκι στα παραμυθεατρικά, αυτό αρνιόταν κατηγορηματικά να συμμετέχει στις Παραμύθες αυτές, πάντα ευγενικά βέβαια και πάντα με το χαμόγελο.
– Ρε συ, μην είσαι μυστήριος, του λέγανε οι συμμυθητές του. Μην είσαι ξεροκέφαλος, ξερόλας και στριμμένος. Η ζωή δεν περιμένει, τώρα πρέπει να αδράξουμε τη μέρα, δε θυμάσαι το δάσκαλο που το ‘λεγε;
– Θυμάμαι πολύ καλά, τους έλεγε αυτός, ο γλυκούλης μου, ο μικρός Παραμυθούλης. Τον θυμάμαι τον τύπο, το δάσκαλο που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει… Εσείς καλά κάνετε ό,τι κάνετε, αλλά να ξέρετε ότι εγώ βαρέθηκα, δε θα πουλάω παραμύθια με κατσικάκια και με φασολιές, με πύργους και με δράκους!… Βα-ρέ-θη-κα, τέλος.
Οι συμμυθητές του ήταν όλοι τους πολύ ανήσυχοι κι οι δάσκαλοι επίσης.
Μια μέρα πέρασε από την Παραμυθοχώρα ο βασιλιάς που έψαχνε για νέους Παραμύθες…
– Ποιός θέλει να ‘ρθει από σάς στο λαμπερό Παλάτι μας, να παίρνει δώδεκα μισθούς, να λέει παραμύθια; ρώτησε ο ντελάλης του με βροντερή φωνή, τα Παραμυθοπαίδια που μαζευτήκαν στην πλατεία.
Τότε άρχισαν να λεν’ εγώ, εγώ, εμένα να διαλέξετε, να πάρετε εμένα, κι όλοι ανέβηκαν κάπου ψηλά και Παραμύθια απαγγέλανε, λέγανε ιστορίες με ζώα που μιλάγανε και με μεταμορφώσεις. Μετά μεταφερθήκανε κοντά στην εκκλησία κι αρχίσαν άλλες μυθικές, ιστορίες φαντασίας με πολλούς θεούς και ξωτικά, νεράιδες νεροκαμωμένες και τζίνια που όλο βγαίναν, λέγανε, από κλειστά λυχνάρια, σφραγισμένα….
Ευχές τους κάνεις, ό,τι θες και γίνεται αμέσως, λέγανε όλα τα παιδιά στο βασιλιά τον Παραμύθον. Κι άμα δεν γίνονται όλα, αμέσως, για λίγο περιμένουμε κι αργότερα θα δείτε.
Μείναν λοιπόν, οι αυλικοί, Πρίγκιπες και ντελάλης,
μείναν οι Παραμύθηδες στην Παραμυθοχώρα,
με Παραμύθον Βασιλιά, με Δράκους και Δαιμόνους.
Και το δικό μας το παιδί πήρε των ομματιών του
κι έφυγε κι εμπαρκάρισε σε Φωτεινό Καράβι
για άλλην Αστρογειτονιά, για κόσμους πιο μεγάλους.
Και έλαμπε και φώτιζε χωρίς τα παραμύθια
που μέρα νύχτα λέγονται σε χίλιους τόσους τόπους…
Το ‘βλεπε και καμάρωνε ο καπετάν ο Μύθος,
περήφανος τον έδειχνε στους ναυτικούς, σαν άστρο.
Κι η μάνα που ‘χε τον καημό, για το ζαβό παιδί της,
ήταν μέσ’ στην καλή χαρά, έλαμπε σαν Σελήνη.
Το πρώτο Παραμυθάκι ήταν αυτό, που τέλειωσε το Σχολείο του Παραμυθιού και κάθε παραμύθι του είχε και μιαν αλήθεια.
Ακόμα κι αυτός ο Βασιλιάς είχε να το λέει, ξέρει,
πως από τότε κι ύστερα ζήσανε αυτοί καλά κι οι άλλοι ακόμα καλύτερα.
– γψ